Αναγνώστες

Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

''Τα μάθατε'' Οι άντρες κλαίνε...






Σε όλη μου τη ζωή. Από τότε που ήμουνα παιδί άκουγα συνέχεια την ίδια φράση. Οι άντρες δε κλαίνε. Μάλιστα, οι άντρες δε κλαίνε. Και γιατί δε κλαίνε οι άντρες, μάθαμε ποτέ;

Αηδίες. Πάντα αυτή η κοινωνία, αυτός ο  κόσμος στα μάθαινε όλα μισά. Όλα. Και είναι σίγουρο πως δε θα μπορέσει ποτέ να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Οι άντρες δε κλαίνε. Αηδίες. Αν είσαι άνθρωπος κλαις, μονάχα τα τέρατα κάνουν τους άλλους να κλαίνε. Κι ας μη σου πω εγώ πόσους άντρες είδα που δεν έκλαψαν. Ήταν από εκείνους που δε χαμογέλασαν ποτέ. Τα μεγάλα συναισθήματα είναι για τους μεγάλους ψυχικά εσωτερικούς κόσμους των ανθρώπων.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι άντρες δε μπορούσαν να κλαίνε. Γιατί δε μπορούσαν να είναι ανασφαλείς ή αδύναμοι ή αισθηματικοί ή ρομαντικοί. Μη κλαις, τα δάκρυα είναι για τις γυναικούλες. Έτσι δεν σου είπαν, και σε έπεισαν, γιατί σε έπεισαν, γιατί τους άφησες να σε πείσουν. Τα δάκρυα είναι για τις γυναικούλες και το ξύλο για τους άντρακλες, άσε και ξέρω.
Μα δε χάνεις τη τιμή σου από τα δάκρυα, την χάνεις από τα λάθος λόγια, από τις λάθος κινήσεις, από τη σιωπή σου από τη συμπεριφορά σου, μα όχι από τα δάκρυα. Οι άντρες δε κλαίνε. Δε είναι θέμα άντρα ή γυναίκας τα δάκρυα γλυκέ μου. Πλέον και γυναίκα που είσαι, αν σε δουν να κλαις ήρθε η συντέλεια πάει. Δεν είσαι καλά, είσαι πιεσμένος αλλά δε τους αφορά το τι σε πιέζει. Μήπως θες γιατρό, μήπως θες ψυχίατρο ή ψυχολόγο; Μήπως τον θέλουνε αυτοί το γιατρό κι όχι εσύ αναρωτήθηκες.
Οι άντρες κλαίνε δε ξέρω τι σου λένε, κλαίνε και παρά κλαίνε. Κλαίνε γιατί είναι άνθρωποι, γιατί αγαπάνε, γιατί πονάνε, γιατί έχουν σταθεί σκληροί πιο πολύ από όσο άντεχαν. Κλαίνε γιατί έτσι θέλουν στο κάτω κάτω και γιατί να σας δώσουν λογαριασμό. Δικιά τους η ψυχή, και τα πάθη και τα λάθη (λάθη που κάναν με πολύ πάθος).

Κι αν τύχει κάποια μέρα και στιγμή που θα θέλετε να μοιραστείτε τις τόσες σας αδυναμίες να ξέρετε πως θα βρείτε άνθρωπο. Με ψυχή, περίσσεια ψυχή. Άπλετη ψυχή. Για να είστε μαζί αδύναμοι, μαζί ανασφαλείς, μαζί δυνατοί που θα κλαίνε από το τόσο φόρτο ψυχής τους. Να τρέμεις αυτούς που δεν κλαίνε, εκείνοι δεν έχουν ψυχή κι αν δεν έχεις ψυχή...καλύτερα άστο για την ώρα. Κράτα αυτό μονάχα. Οι άντρες κλαίνε και είναι ακόμα πιο όμορφο αν στέκεται δίπλα του γυναίκα που διαλέχθηκε στις τόσες να θαυμάζει τα δάκρυα εκείνα τα βαριά.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019

Τρίτος παγκόσμιος ή το τέλος του κόσμου





Ύστερα από τόσο καιρό ξεκίνησα πάλι να γράφω.
Και δεν είναι και τόσο καλός ο λόγος. Ίσως αυτό διαχωρίζει ένα άρθρο από ένα κείμενο. Η επικαιρότητα.
Και η επικαιρότητα είναι από κάθε άποψη από κάθε πλευρά από κάθε γωνιά τραγική.
Καθόλου σχετικότητα αυτή τη φορά. Στα κομμάτια η σχετικότητα.
Δε ξέρω από που να το πιάσω. Αλλά νομίζω πως πια, εγώ τουλάχιστον νιώθω, αισθάνομαι αποστροφή. Για τον ίδιο μου τον εαυτό. Για αυτό που είμαι. Για αυτό που με δηλώνει το '
κράτος, η 'κοινωνία' ο κόσμος όλος. Από την εικόνα, τα χαρακτηριστικά, το γενικότερο πλάνο.
Και ρωτάω τώρα εγώ. Μπορείς μονάχα από μια εξωτερική εικόνα να θεωρηθείς άνθρωπος;
   Άνθρωποι δεν ήταν όσοι έκαψαν, καίνε ακόμη τον Αμαζόνιο; Άνθρωποι ήταν ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Άνθρωποι δεν ήταν όσοι έκαψαν τη Παναγία των Παρισίων; Ναι, άνθρωποι ήταν. Την Ελλάδα όλη, σχεδόν, κάθε καλοκαίρι; Άνθρωποι. Και όσοι έχουν κατασπαράξει συνεχίζουν να το κάνουν τις τριτοκοσμικές χώρες βάφοντας τες στο αίμα, άνθρωποι και αυτοί.
Και ρωτάω τώρα εγώ. Ποια ανθρω'ποια';
Σε μια του φράση ο Μενέλαος Λουντέμης λέει με στόμφο.


"Θηρίο λένε τον άνθρωπο. Ποιο θηρίο μωρέ; Έχει το θεριό μαχαίρια; Φκιάνει σκοτώστρες και τουφεκάει; Θηρίο...βρισιά για θεριά"


Μπροστά μας τα θεριά φαντάζουν άγιοι. Άγγελοι του Θεού. Εμείς είμαστε τα ζώα. Που για το λίγο παραπάνω, χωρίς να λογαριάσουμε τίποτα και κανένα κατεδαφίζουμε τα πάντα στο πέρασμα μας.
Και όχι. Δε φταίει κανένας άλλος εκτός από μας τους ίδιους που με τα ίδια μας τα χεράκια βγάζουμε τα ματάκια μας. Όλα είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης μας.      Και όχι δε φταίει ο Θεός γι αυτό και όχι δε μπορεί να το σταματήσει. Γιατί όλα και όλοι μας φταίνε όταν πάει και στραβώνει κάτι?
Γιατί είμαστε τόσο άθλιοι που για να βγάλουμε και να καθαρίσουμε τη λάσπη από το πρόσωπο μας τη πετάμε αλλού.
Δε βαρεθήκατε;
   Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος είπε: Εγώ φταίω, παίρνω την ευθύνη.
Κανένας εννοείτε γιατί όλοι μας είμαστε βολεμένοι στη 'ξαπλώστρα' μας.
Το βασικό είναι πως δε γεννιέσαι άνθρωπος. Δυστυχώς. Γίνεσαι. Και κάποιοι από μας. Έχουνε πολύ δρόμο μπροστά τους.


Ο Νίκος Καζαντζάκης έλεγε: Εγώ, εγώ μοναχός μου θα σώσω τον κόσμο. Αν δε σωθεί εγώ θα φταίω. Υπευθυνότητα...


Μα στα αλήθεια πια υπευθυνότητα, καμία.
Δε νομίζω να περιμένετε να γίνει κανένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος έτσι. Δε νομίζω να περιμένετε να χυθεί αίμα σε παγκόσμιο επίπεδο, σωστά;
  Να τος ο τρίτος παγκόσμιος. Έχει χτυπήσει χρόνια τώρα τη πόρτα μας. Ξεκινώντας από τις τριτοκοσμικές χώρες. Επεκτείνεται και σε ευρύτερες. Γιατί μας μάρανε η παγκοσμιοποίηση το κέρατο μου. Και τίποτα άλλο δε μας νοιάζει.
  Τι, επειδή δεν έρχεται ο άλλος με τη καραμπίνα, με το όπλο με το μαχαίρι του; Τι περιμένετε να δείτε για να πειστείτε πως διαλυόμαστε και καθόμαστε σαν βλάκες, σαν πανίβλακες με σταυρωμένα τα χέρια; Καίνε τον Αμαζόνιο. Μέχρι να τον κάψουν όλο. Φτάνουν στη Βραζιλία αφήνοντας μοναδικό τους σήμα τους μαύρους καπνούς. Τον Αμαζόνιο. Το οξυγόνο αυτού του πλανήτη. Άνθρωποι σκοτώνουν έμμεσα ανθρώπους. Και την τύχη μου μέσα. Ανοίξτε τα μάτια σας κανένας Θεός δε φταίει γι αυτό.
   Και όλα αυτά γιατί; Μα φυσικά για το παραπάνω χρήμα. Για κάτι τόσο εικονικά σημαντικό μα καθόλου στη πραγματικότητα. Γιατί ξεπεράσαμε το όριο του τόσο όσο;       Πώς θα μπορέσουμε αύριο με τα άχρηστα κώλο-λεφτά να αγοράσουμε ψάρια ή νερό όταν θα έχουν στερέψει οι πηγές, οι λίμνες, τα ποτάμια, όταν θα έχουν μολυνθεί για τις ηλίθιες βιομηχανίες τους. Πώς θα βγαίνουμε από τα σπίτια μας όταν η ατμόσφαιρα θα μυρίζει καυσαέριο και όχι οξυγόνο αφού θα έχουν καεί όλα τα δέντρα και μαζί και το οξυγόνο μας; Με ποιο τρόπο δε θα καιγόμαστε από την ακτινοβολία όταν όλα γύρω θα έχουν καλυφθεί με μπετό για τις πολυκατοικίες τους και τα τριώροφα τους, τις μεζονέτες τους. Πώς θα αγοράζεις κρέας όταν όλα τα ζώα θα έχουν πεθάνει από την έλλειψη τροφής από την έλλειψη πράσινου;
  Αυτοί είμαστε. Και ναι, βάζω και τον εαυτό μου μέσα. Κοιτάζουμε το σήμερα χωρίς να μας νοιάζει το αύριο. Δε λογαριάζουμε τις συνέπειες των πράξεών μας στο αύριο. Τα κάνουμε όλα μαντάρα και μετά ως το πιο απλό. Κατηγορούμε το πιο απλό θύμα. Το Θεό.
Το στερημένο μας μυαλό φταίει για όλα. Αυτό και τίποτα άλλο.


Να σαι τόσο πρόσκαιρος και να κάνεις όνειρα τόσο παντοτινά 
είχε πει ο Τάσος Λειβαδίτης και πραγματικά δε μπορώ να σκεφτώ πόσα χρόνια περάσανε από τότε.
Ποιος πιστεύει στα αλήθεια πως είναι αιώνιος; Πώς αυτή τη ζωή έχουμε και δεν υπάρχει άλλη το σκέφτηκε ποτέ κάνεις για να κάνει ότι καλύτερο μπορεί σε αυτή τη μια. Ποιος τρελός; Κάποιοι πιστεύετε στη μετενσάρκωση και μπράβο σας. Άποψη σας. Δικαίωμα σας.
  Αν όμως στα αλήθεια πιστεύετε πείτε μου κάτι. Σε τι στα αλήθεια θα μετενσαρκωθείτε; Σε ένα κόσμο που θα έχει καταστραφεί από μας τους ίδιους τι μορφή θα πάρετε σαν επιστρέψετε; Στάχτες, αποκαΐδια ή ερείπια;;;
   Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε πως το πλαστικό χρήμα δεν έχει ζωή δε μπορεί να προσφέρει τίποτα στην ουσία όταν δεν υπάρχει τίποτα. Το χρήμα μπορεί να αγοράσει το κρεβάτι μα όχι τον ύπνο. Βιβλία αλλά όχι το μυαλό. Φαγητό *όταν υπάρχει* μα όχι την όρεξη. Φάρμακα αλλά όχι υγεία. Καλοπέραση μα όχι ευτυχία. Το χρήμα είναι το μέσο μα όχι το αποτέλεσμα.     Το αποτέλεσμα του χρήματος είναι πια εμφανή και συντριπτικό.
  Λυπάμαι που μονάχα ο θυμός και η κατεστραμμένη επικαιρότητα γίνεται πηγή έμπνευσης. Λυπάμαι που όλοι μένουμε τυφλοί μπροστά στο πρόβλημα. Πανικοβλήθηκαν όλοι για τη Παναγία των Παρισίων όταν κάηκε. Ξανά φτιάχτηκε. Μπορείτε να κοιμάστε και να κοιμάμαι και εγώ ήσυχη. Μα για τον Αμαζόνιο που καίγεται και συνεχίζει σας βάζω και το χέρι μου στη φωτιά. Πώς αν τώρα μπορούμε να κοιμηθούμε ήσυχοι σε λίγα χρόνια σας το υπογράφω δε θα μπορούν. Ούτε αυτοί που το έπραξαν το έγκλημα ούτε και εμείς. Μας έφαγαν τα πετρέλαια και οι ανεμογεννήτριες. Και όλα αυτά γιατί κάποιοι πολλοί έκαναν Θεό τους το χρήμα.
   Και αυτό πιστέψτε με δεν είναι θέμα πολιτικής. Είτε είσαι αριστερός, δεξιός, άκρο αριστερός ή ακροδεξιός ή κέντρο ή ότι άλλο σκατά θες να είσαι. Αν δεν είσαι άνθρωπος δεν είσαι τίποτα παραπάνω από σκόρπιες λέξεις σε χαρτί. Κι αν χειροκροτηθεις στο τέλος για τις καλές σου ατάκες. Να είσαι σίγουρος πως το χειροκρότημα του κοινού σου θα είναι μισό. Γιατί αυτό κάνουμε πάντα. Κλείνουμε τα μάτια υποκρινόμαστε πως όλα είναι καλά και νομίζουμε πως όλα είναι καλά.
Ε λοιπόν δεν είναι.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

''Μαγκιά ή γυναικεία κακοποίηση;"




Για αρχή ας ξεκινήσουμε από αυτό. Η μαγκιά ενός άντρα φαίνεται όταν χρησιμοποιεί τα χέρια του για να αγκαλιάσει, να χαϊδέψει, να προστατέψει. Όχι όταν τα απλώνει για να χτυπήσει. Η βία δεν είναι παιχνίδι εξουσίας. Ούτε λύση στο πρόβλημα. Είναι μαχαίρι κοφτερό που τις περισσότερες φορές μπορεί να τραυματίσει και το πιο αθώο πλάσμα. Αν θες να λέγεσαι άντρας. Την επόμενη φορά που θα ετοιμαστείς να σηκώσεις το χέρι σου, αντί να πληγώσεις, χάρισε απλόχερα αγάπη. Και αν σπανίζουν τέτοιοι άντρες στις μέρες αυτές. Προσπάθησε να γίνεις εκείνος ο ένας. Αυτός που η μητέρας σου θα είναι αύριο περήφανη που αποφάσισε να σε κρατήσει. Η γυναίκα σου ευτυχισμένη που σε διάλεξε για σύζυγό της και τα παιδιά σου τυχερά που κληρώθηκες πατέρας τους.
                                                            ~~~~
Όλα ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό. Όταν ξύπνησα στο κρεβάτι μου. Αντί να δω την αριστερή πλευρά πάλι άδεια. Είδα την κόρη μου να με κοιτάει με τα μεγάλα μελί της μάτια. Το πρόσωπο της ήταν βαμμένο άτσαλα. Τα μάτια της πασαλειμμένα με μαύρη μπογιά και στα μικρά της χείλη λερωμένα με το κόκκινο κραγιόν που είχα στο τσαντάκι με τα καλλυντικά μου. Τα μαλλιά της ανακατεμένα με προκαλούσαν να σηκωθώ και να τα περιποιηθώ όπως έπρεπε. Δε βρήκα το κουράγιο να τη μαλώσω για τη σκανδαλιά της.
"Λερώθηκες πάλι ε;" τη ρώτησα χωρίς όμως να περιμένω κάποια απάντηση.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι και άκουσα τα κόκαλα μου να τρίζουν. Ακόμα πονούσα από την χθεσινή μας πάλη. Τα πλευρά μου τα ένιωθα μουδιασμένα και η εικόνα μου ήταν πλήρης τραγική.
Παρόλα αυτά δε μίλησα. Έσφιξα τα δόντια όπως πάντα. Πήρα τη μικρή από το χέρι χαμογελώντας της γλυκά και μαζί κατευθυνθήκαμε προς το μπάνιο.
"Ξέρω πως δε το ήθελες. Δε πειράζει όμως είναι μπογιές, βγαίνουν. Θα τα καθαρίσουμε παρέα" της αποκρίθηκα με όσο κουράγιο είχε απομείνει μέσα μου.
Η μικρή πάλι δεν είπε κουβέντα. Ανέβηκε απλά στο ροζ σκαμπουδάκι της για να φτάνει το νιπτήρα του μπάνιου και άνοιξε μόνη της τη βρύση. Το βλέμμα μου πέρασε στιγμιαία από το καθρέφτη και παρατήρησα πως οι εικόνες μας καθρεφτίζονταν παρόμοιες πάνω στο γυαλί. Κατάπια με δυσκολία χωρίς να βρίσκω κάτι να πω και άρχισα να αφαιρώ όλο το ανεπίτυχο μακιγιάζ από το πρόσωπο της.
Σε λίγη ώρα το πρόσωπο της είχε επανέλθει στο κανονικό του. Οι μπογιές είχαν αφαιρεθεί με μεγάλη επιτυχία και το προσωπάκι της κόρης μου είχε επιτέλους ξανά το λευκό πορσελάνινο χρώμα του.
"Τώρα είσαι έτοιμη. Είδες που βγήκαν οι μπογιές με ευκολία" αναφώνησα με χαρά για το αποτέλεσμα μου και η μικρή με κοίταξε μέσα από το καθρέφτη.
Τότε ήταν που έκανε κάτι τόσο παράξενο για μένα. Απροσδόκητα πήρε νερό στα χέρια της και τα ακούμπησε πάνω στο δικό μου πρόσωπο.
Με όση δύναμη είχε άρχισε να το τρίβει κάνοντας με άθελά της να πονάω αφόρητα. Όταν απομάκρυνε τα χεράκια της κατσούφιασε. Και λυπημένη μου είπε.
"Οι δικές σου μπογιές γιατί δε βγαίνουν μαμά; Πόσο νερό πρέπει να ρίξω;". Τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου περίμεναν με ανυπομονησία μια σωστή απάντηση και εγώ δεν έβρισκα ούτε μια που εικονικά μπορούσε να φαίνεται σωστή.
"Αγάπη μου" προσπάθησα να της εξηγήσω.
"Γιατί είσαι κάθε μέρα με αυτές τις μπογιές στο πρόσωπο μαμά; Πότε θα τις βγάλεις από πάνω σου; Δε μου αρέσεις με αυτές τις μπογιές. Με τρομάζεις" μου δήλωσε θυμωμένη με ένα ύφος κατηγορηματικό που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Έμεινα για ώρες να τη κοιτάω. Γρήγορα την έκλεισα στην αγκαλιά μου και άρχισα να κλαίω βουβά στην αγκαλιά της. Δεν ήθελα να τη τρομάξω. Κάτσαμε για ώρες σε αυτή τη στάση. Με μένα να παλεύω να βάλω το μυαλό μου σε μια σωστή σειρά.
Ο χθεσινός μας καβγάς ήταν ένας ακόμη από τους πολλούς του μήνα. Έντονος. Πολύ έντονος. Εκείνος είχε βγει εκτός εαυτού και εγώ έστεκα ανήμπορη μπροστά στη δύναμη του. Εκείνη απλά θα μπορούσε να μας είχε ακούσει, μα να μας είχε δει; Έτρεμα και μόνο στην ιδέα ότι η κόρη μας, θα μας είχε δει σε μια τέτοια στιγμή. Έτρεμα για όλα εκείνα που μπορεί να άφηνε η βία στη ψυχή της. Ψεγάδια μιας ολόκληρης ζωής.
Σκούπισα τα μάτια μου σφιχτά. Σήκωσα τη μικρή από τα πόδια μου και σηκώθηκα ύστερα και εγώ. Το μουτράκι της με κοιτούσε αποσβολωμένο. Μα εγώ τώρα πια ήμουν σίγουρη για το τι ήθελα να κάνω. Έτρεξα ξανά πίσω στο δωμάτιο και ανοίγοντας τη ντουλάπα έβγαλα από μέσα τη μεγάλη βαλίτσα. Η μικρή ξαφνικά εμφανίστηκε και εκείνη στο κάσωμα της πόρτας. Ξυπόλητη και απορημένη με τις κινήσεις μου. Γρήγορα ηρέμησα. Με αργές κινήσεις τοποθέτησα όσα ρούχα μπορούσα μέσα της και την έκλεισα.
"Μαμά που θα πας;" με ρώτησε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Από φόβο μήπως την άφηνα σπίτι μόνη της. Για αυτό ήμουν αρκετά σίγουρη.
"Πουθενά μωρό μου, χωρίς εσένα. Θα φύγουμε μαζί από εδώ μέσα" είπα με το χαμόγελο σκιαγραφημένο στο πρόσωπο μη θέλοντας να τη τρομάξω.
Ύστερα όλα έγιναν τόσο γρήγορα. Οι δύο τους έτοιμες πια αναχωρούσαν από εκείνο το σπίτι που μια άσπρη μέρα δεν είχε καταφέρει να δει.
"Και που θα πάμε μαμά;" ρώτησε το μικρό κοριτσάκι σαν πια είχαν βρεθεί στο δρόμο με τους σάκους τους στο χέρι.
"Δε ξέρω μωρό μου. Πάντως σου υπόσχομαι, κάπου πολύ καλύτερα" έδωσε την υπόσχεση της η άλλη γυναίκα και αμέσως μπήκαν στο πρώτο ταξί που βρέθηκε μπροστά τους.
Μερικές φορές, σε μερικές περιπτώσεις. Οι άνθρωποι. Για να ξεφύγουν από μια επώδυνη κατάσταση, χρειάζονται ένα δυνατό κίνητρο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ισχυρό μα για να γίνει κίνητρο ένα αθώο παιδί στο πρόβλημα της βίας. Άραγε πόσο μαύρο φόντο κουβαλά μέσα του;
Τις περισσότερες φορές γινόμαστε θεατές μπροστά σε μια βίαιη κατάσταση και δεν αντιδρούμε παρά μονάχα παθητικά, με τα χέρια στις τσέπες, σφυρίζοντας αδιάφορα.
"Εγώ θα βγάλω το φίδι από τη τρύπα. Σιγά, ας το κάνει κάποιος άλλος". Λέμε και με την ίδια αδιαφορία αποχωρούμε.
Ύστερα πάλι αναρωτιόμαστε.
"Μα καλά. Πόσο χαζός-η είναι αυτός-η. Γιατί δε μπορεί να σηκωθεί να φύγει, να τον αντιμετωπίσει, να τον εγκαταλείψει, να αμυνθεί; Και άλλα τόσα να, που περνάνε από το μυαλό μας εκείνη τη στιγμή. Και βρίσκονται τόσο κοντά σου αυτοί οι άνθρωποι. Είναι η γειτόνισσα που μπορεί να τη χτυπά ο άντρας της. Το παιδάκι του τρίτου ορόφου που το κακοποιούν οι γονείς του. Ένας φίλος, κάποιος γνωστός, ένας περαστικός στο δρόμο, ένας άνθρωπος με διαφορετική κουλτούρα, χρώμα, θρησκεία, προτίμηση.
Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Κάποιος που χρειάζεται τη βοήθειά σου. Μη μένεις άπραγος, παθητικός θεατής, παγωμένος μπροστά σε ένα τέτοιο θέαμα. Δραστηριοποιήσου. Γίνε ενεργός πολίτης. Οποία μορφή βίας και αν συναντάς σταμάτησε την. Έχεις τη δύναμη. Να βρεις και το θάρρος. Γιατί είμαι αρκετά σίγουρη πως αν γινόταν σε κάποιον δικό σου άνθρωπο δε θα σταματούσες να προσπαθείς. Βάλε στη θέση αυτού του άγνωστου τη φίλη σου, τη κόρη σου, την αδελφή σου, κάποιον αγαπημένο σου. Απόκτησε το δικό σου κίνητρο αν δε μπορεί από μόνη της η βία να γίνει ένα. Γυναίκες και παιδιά πέφτουν θύματα κακοποίησης όντας το πιο αδύναμο φύλο, καθημερινά. Τα ποσοστά τεράστια. Τα ποσοστά βίας ακόμα μεγαλύτερα. Η βία έχει πολλά πρόσωπα. Μα αν καταφέρεις να αντιμετωπίσεις το ένα από αυτά είναι η αρχή για κάτι ακόμα μεγαλύτερο.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

"Αντίο μαμά"



                                                               
                                                                                                                                                                                                                                                                         
                                                                                                                                                                  Σήμερα ένιωσα λίγο και πιο μεγάλος. Σιγά σιγά για κοίτα, γίνομαι άνθρωπος.Πάει καιρός από τότε που εγώ και εσύ κατοικούμε στο ίδιο σώμα. Έτσι δεν είναι;
Είναι τόσο ωραία εδώ μαμά. Μου επιτρέπεις να σε φωνάζω μαμά, έτσι; Μαθαίνω και κολυμπάω. Κουνάω χέρια, πόδια, δεν είμαι πια τόσο αδύναμο όσο ήμουν στην αρχή. Έτσι δεν είναι;
Μου αρέσει που ξυπνάς κάθε πρωί και τρως νόστιμο φαγητό μα μαμά. Κοίτα με, είμαι και εγώ εδώ. Εγώ δε χόρτασα μανούλα. Ακόμα πεινάω. Ύστερα πάλι το ξεχνάω. Δε βαριέσαι θα πεινάσεις ξανά.
Είσαι πολύ όμορφη μαμά μου. Τα μαλλιά σου, το πρόσωπο σου. Κρίμα που δε μπορώ να σε δω από δω κάτω μα είμαι τόσο σίγουρο πως έχω τη πιο όμορφη μαμά του κόσμου.
Να ξέρεις μαμά. Πόσο πολύ θα ήθελα να περάσει ο καιρός, να γίνω ακόμα πιο μεγάλο παιδάκι και να παίζουμε μαζί. Θέλω να ακούσω τη φωνή σου να μου διαβάζει από εκείνα τα ωραία, τα πολύχρωμα μεγάλα πράγματα. Που έχουν όλο και κάτι να πουν σε εκείνα τα λεπτά φύλλα που ξεφυλλίζεις κάθε φορά. Μα δε σε ακούω. Δε μπορώ να καταλάβω τη φωνή σου μαμά. Μίλησε μου. Το έχω ανάγκη. Τόσο μεγάλη ανάγκη.
Σήμερα μου φαίνεσαι τόσο περίεργη μαμά. Σαν να έχεις ανακαλύψει κάτι τόσο τρομερό, είσαι τόσο ανήσυχη. Τι σε τάραξε αλήθεια; Πες μου. Και σου υπόσχομαι πως θα σε προστατέψω εγώ. Όπως προστατεύεις και εσύ άλλωστε εμένα.
Είσαι τόσο ταραγμένη μανούλα. Τρέχεις όλη μέρα σήμερα και δε καταλαβαίνω το λόγο. Σε νιώθω να πανικοβάλλεσαι. Μα γιατί, ποιος σου έκανε τόσο κακό;
Σταματάς για λίγο, παίρνεις μια βαθιά ανάσα και ακουμπάς το χεράκι σου πάνω μου. Αχ μαμά. Να ξέρες πόσο ευτυχισμένο είμαι τώρα. Τι ωραίο χάδι που έχεις μαμά. Το αγαπάω, όπως αγαπάω και εσένα.
Τρέχεις ξανά, όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μα σταμάτα και λίγο μαμά, με κούρασες και δεν έφαγα και τόσο καλά το πρωί, πάλι νηστικό με άφησες.
Ακούω φασαρία γύρω σου. Μα που είσαι που βρίσκεσαι. Πολλές φωνές. Τι φασαρία είναι αυτή; Κάτι μυρίζει άσχημα, τι; Και εσύ τρέχεις, μα γιατί βιάζεσαι τόσο.
Κουδουνίζει κάτι τόσο δυνατά.
Το νιώθω και εγώ, το έχεις τόσο κοντά μου. Μου τρυπάει τα αυτιά.
"Πρέπει να περάσω από κει. Το συντομότερο" ακούω τη φωνή σου και καταλαβαίνω πόσο τρομοκρατημένη είσαι. Ίσως αν μπορούσα να σε δω να το καταλάβαινα από το βλέμμα σου. Μα τώρα δε σε βλέπω. Το καταλαβαίνω όμως από τις κινήσεις σου.
Ξανά κάθεσαι κάπου αναπαυτικά. Αχ τι ωραία που είναι. Λίγη ξεκούραση στη τόση κούραση.
"Να κάνετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε" λες πάλι κάπου μα τώρα δεν ακούω αυτό το μικρό πράγμα να χτυπιέται σαν μανιασμένο.
   Είχα κοιμηθεί και ξύπνησα απότομα όταν σε άκουσα να φωνάζεις δυνατά. Πάλι κάπου.
"Γιατρέ μου τι λέτε δε γίνεται. Απλά δε μπορεί. Όχι τώρα. Όχι σε μένα. Γιατί σε μένα;" τον ρωτάς και για κάποιο λόγο φοβάμαι και εγώ τόσο πολύ.
"Αρχικά πρέπει να ηρεμήσεις. Δεν είσαι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Εξάλλου δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα προτού σε εξετάσω" άκουσα και εκείνον να λέει και ύστερα ξάπλωσες κάπου που δεν ήταν καθόλου αναπαυτικά μα για την ώρα καλά ήταν.
Προσπάθησα να κλείσω ξανά τα μάτια μου μα δε τα κατάφερα. Αμέσως ένιωσα εκείνο το παγωμένο υγρό πάνω στη κοιλιά σου.
"Να το. Αυτό εδώ είναι το..." πήγε να πει ο άνθρωπος και εσύ γρήγορα τον διέκοψες.
"Σταματήστε. Δε θέλω να μου πείτε". Μα έλα τώρα μαμά. Μη κάνεις σαν παιδί. Τι γίνεται, τι δε θέλεις να ξέρεις; Απορώ ώρες-ώρες μαζί σου.
"Να και εδώ χτυπάει η καρδούλα του" συνέχισε και ακούστηκε αυτός ο τρελός, χορό-πηδηχτός ήχος. Αχ ναι μαμά. Αυτό είμαι εγώ. Εγώ. Εγώ. Ακούς; Άκου. Τον αγαπώ αυτόν τον ήχο τον τρελό θα τον...
"Όχι όχι. Δε μπορεί. Δε γίνεται να... Ω θεέ μου. Πώς, μα γιατί, γιατί σε μένα, γιατί τώρα" ρωτάς ξανά και νομίζω πως με μιας παγώνω πάλι.
Τι λες μαμά, ακούς άραγε τι λες;
"Άκουσε με κοπέλα μου. Θα σου αφήσω λίγο καιρό να το σκεφτείς. Το μυαλό σου είναι τόσο θολό και νομίζω πως χρειάζεται σκέψη ένα τέτοιο θέμα" ακούω πάλι την βαριά φωνή του ανθρώπου που είναι μαζί σου. Και μπορώ να πω πως κάπως τον έχω συμπαθήσει.
Μη κάνεις πείσματα, δεν είσαι παιδί. Σκέψου καθαρά.
"Δεν πρόκειται να σκεφτώ τίποτα γιατρέ. Τίποτα. Είμαι πολύ μικρή για να κάνω τώρα ένα παιδί. Θα μου καταστρέψει όλη τη ζωή μου" λες και μου κόβεται η ανάσα. Προσπαθώ να σε κλοτσήσω για να καταλάβεις πόσο πολύ πληγώνουν αυτά που λες μα δε τα καταφέρνω, είμαι ακόμα πολύ μικρό σε αντίθεση με σένα που δε γνωρίζεις αν είσαι μικρή η μεγάλη.
Πριν λίγο καιρό υποστήριζες σε κάποιον ότι ήσουν τόσο μεγάλη που μπορούσες να αναλάβεις την ευθύνη του εαυτού σου, ήξερες τι ήθελες πια. Ήσουν μεγάλη. Δε μπορώ να θυμηθώ σε ποιον μαμά. Δε θυμάμαι σε ποιο το έλεγες μα ξεκίναγε κάπως έτσι.
"Σταμάτα μαμά. Επιτέλους σταματά. Είμαι αρκετά μεγάλη για να μπορώ να αναλάβω τις ευθύνες των πράξεων μου. Σταμάτα τις υποδείξεις μια ζωή" της είχες πει της δικιά σου μαμάς εκείνη τη μέρα. Θυμήθηκα σωστά; Και ύστερα χώθηκες στο δωμάτιο σου και ξέσπασες σε λυγμούς γιατί τα λόγια της σε είχαν πειράξει τόσο πολύ όπως και μένα τώρα τα δικά σου.
"Εντάξει. Όπως επιθυμείτε. Θέλετε να κλείσουμε ένα ραντεβού για την επόμενη βδομάδα".
Ευτυχώς κάποιος είναι λογικός μαμά. Η δικιά σου λογική κάπου κρύφτηκε. Ή μήπως τελικά λειτουργείς μόνο με αυτήν. Καθόλου συναίσθημα δεν έχεις στη καρδιά σου μαμάκα, μα γιατί; Και εγώ που νόμιζα πως είσαι τόσο όμορφη γιατί έχεις την ομορφιά της καλοσύνης μέσα σου. Κρίμα μαμά. Η εικόνα σου απάτη σκέτη. Εξαπατάς πάντα έτσι τους ανθρώπους που σε αγαπάνε μαμά; Τόσο εύκολα προδίδεις τον εαυτό σου. Μα γιατί;
"Όχι. Θα γίνει τώρα. Αμέσως τώρα. Δε θέλω να περιμένω ούτε λεπτό. Αυτό το...το έμβρυο θα μου καταστρέψει τη ζωή και είμαι τόσο νέα, πολύ νέα γιατρέ" του λες και προσπαθώ να αντιληφθώ τι του λες. Πώς γίνεται να μιλάς για μένα μαμά; Είναι δυνατόν να με αποκαλείς έμβρυο; Είμαι παιδάκι μαμά. Και όταν βγω από τη κοιλίτσα σου θα έχω μεγαλώσει και άλλο. Θα είμαι μικρούλι όμως, δε θα πιάνω χώρο, στο ορκίζομαι, δε θα κλαίω, σου δίνω τον λόγο μου. Μα μαμά μη το κάνεις.
"Πρέπει να ειδοποιήσετε κάποιον, ο πατέρας..."
"Κανένας. Ούτε καν αυτός". Θα ανησυχούσα αν έλεγες κάτι διαφορετικό. Μήπως και σου αλλάξουν γνώμη. Και ο μπαμπάς μου μαμά; Ούτε αυτός έχει λόγο; Ίσως αυτός να με αγαπούσε πιο πολύ από σένα.
"Ούτε καν αυτός. Εξάλλου είναι δικιά μου η ευθύνη, δικιά μου και η ζωή. Είμαι πολύ μικρή για να γίνω μητέρα θα κάνω αργότερα αλλά παιδιά" συνεχίζεις στο ίδιο ψυχρό ύφος και απορώ γιατί με πληγώνεις τόσο.
Τόσο εγωισμός λοιπόν μαμά. Είναι δική σου η ζωή ναι, εσύ την ορίζεις, εσύ αποφασίζεις για αυτήν, κανένας άλλος. Και η δικιά μου ζωή μαμά, η δικιά μου ζωή δεν είναι και αυτή δικιά μου, εγώ δε θα πρεπε να αποφασίζω για αυτήν; Μα είμαι τόσο δα που δε μπορώ. Όχι, δε μπορώ να μιλήσω, να αποφασίσω, να διαλέξω να ζήσω. Επιλέγεις εσύ και είναι τόσο μα τόσο άδικο αυτό μαμά. Πολύ άδικο. Εσύ είσαι πολύ άδικη. Τόσο εγωίστρια. Γιατί; 
Πώς θα μπορούσα εγώ τόσο δα μικρό να σου καταστρέψω άραγε τη ζωή, με ποιο τρόπο; Εσύ όμως μπορείς. Είσαι τόσο μεγάλη, πιο μεγάλη από μένα και αποφασίζεις να μου καταστρέψεις τη ζωή για να μη καταστρέψω εγώ τη δική σου. Λες θα κάνεις αλλά παιδιά. Αργότερα. Μα μαμά ούτε αυτά θα θες, όπως δε θες και μένα τώρα. Τι θα αλλάξει μετά, τι μπορεί να αλλάξει μετά. Η ψυχή σου θα μείνει ίδια φορτωμένη απλά με ένα φόνο. Θα αντέξεις άραγε μετά από αυτό;
"Ακολούθησε με λοιπόν" λέει απηυδισμένα αυτός ο άλλος και σηκώνεσαι ξανά από το μη αναπαυτικό κρεβάτι. Αρχίζεις να περπατάς και ακούω πάλι φασαρία.
"Περίμενε εδώ και ξάπλωσε" σου ζητάει και εσύ δε μιλάς.
Έλα μαμά. Τώρα που έφυγε. Φύγε και εσύ από εκεί μέσα. Ξέρω πως δε το θες, ξέρω πως δε μπορείς. Είμαι κομμάτι σου μαμά, είμαι σάρκα από τη σάρκα σου, αίμα από το αίμα σου, είμαι δικό σου. Μα αυτό δε σου δίνει και το δικαίωμα να κάνεις κάτι τόσο φριχτό.
Ξαπλώνεις. Είσαι φοβισμένη, τόσο τρομαγμένη, το νιώθω. Φύγε μαμά, φύγε προλαβαίνεις.
"Είσαστε η δεσποινίς που..."
"Ναι ναι εγώ είμαι" διακόπτεις τη φωνή την άγνωστη και ακούω τα βήματα της να σε πλησιάζουν.
"Θα κάνουμε μια αναισθησία και ύστερα θα προχωρήσουμε στο χειρουργείο. Εντάξει;" σε ρώτα. Πες όχι μαμά. Πες όχι. Φύγε από εκεί μέσα πνίγομαι.
"Εντάξει. Ας γίνει" λες αποφασιστικά και πια παραιτούμε να σου μιλώ.
  Και να φανταστείς μαμά πως σήμερα που ξύπνησα ένιωσα τόσο ευτυχισμένο μα εσύ τόσο δυστυχισμένη που με κατάλαβες.
Δε πειράζει μαμά, καταλαβαίνω. Ίσως μπορεί και να σε συγχωρήσω. Ξέρω πόσο πολύ δυσκολεύτηκες να το κάνεις. Ήμουν μπροστά όταν αρνήθηκες να γίνει.
Αισθάνομαι πως σιγά σιγά παραιτείσαι και εσύ. Όχι μαμά. Όχι όχι. Μη κλείνεις τα μάτια σου. Μη τους αφήσεις, μη τους αφήσεις να με σκοτώσουν. Σε παρακαλώ μαμά μου. Μαμάκα μου σε παρακαλώ. Όχι μαμά. Μη μη το κάνεις.
Ύστερα πάλι κάποιος σπρώχνει το καρότσι και το τσουλάει. Για που άραγε; Ξέρω πως αυτή θα είναι η τελευταία μου βόλτα, η τελευταία μας βόλτα μαζί. Κρίμα. Κρίμα και δεν έμαθα ακόμα αν θα παίζω με κούκλες ή με αυτοκινητάκια. 
Καλύτερα που δεν έμαθα τελικά. Δε θα ήθελα να είμαι κοριτσάκι σαν και εσένα. Και άμα σου έμοιαζα; Θεέ μου. Τι εγκληματική σκέψη. Και να σκεφτείς πως σε αγαπούσα τόσο πολύ, ακόμα σε αγαπάω μαμά, ακόμα. Εγκληματική πράξη. Είμαστε πάτσι
Το κρεβάτι σταματά να κουνιέται. Τη φωνή σου σταμάτησα να την ακούω. Δε με τρομάζει πια.
"Είναι έτοιμη;"
"Ναι, γιατρέ"
"Ας ξεκινήσουμε τότε" λέει κάποιος κάπου και με πιάνει κρύος ιδρώτας. Έρχεται το τέλος μου. Το ξέρω. Το γνωρίζω. Μα μην ανησυχείς για μένα μαμά. Θα πάω κάπου αλλού, σε έναν άλλο κόσμο που θα με αγαπάνε, που θα με προσέχουν. Σίγουρα για εκείνους δε θα είμαι μια ευθύνη που θα τους καταστρέψει τη ζωή. 
Ξαφνικά νιώθω τόσο κρύο. Κρυώνω παντού. Είμαι τόσο μικρούλι ακόμα για να αντέξω. Δύο χέρια με πιάνουν και με βγάζουν από τη κοιλίτσα σου. Κάτι κόβουν και...Αντίο μαμά. Τώρα πια δε μας ενώνει τίποτα. Ελευθερώθηκες από μένα. Γλίτωσες. Δε θα σου καταστρέψω τη ζωή. Πρόλαβες. Πρόσεχε μονάχα μη την καταστρέψεις η ίδια τη ζωή σου. Αντίο μαμά. Θα τα πούμε σε μια άλλη ζωή. Εκεί που θα είμαστε στην ίδια θέση. Θα είμαστε και οι δύο, δύο ψυχές που θα αναμετρηθούν. Μα θα νικήσω. Συγγνώμη μαμά αλλά η δική σου ψυχή ήταν τόσο μικρή και σκοτεινή. Εσύ λιγοψύχησες ενώ εγώ πληρώνω την ευθύνη και για τους δύο μας. Κρίμα που δε μου άφησες μια ευκαιρία να γνωριστούμε θα με αγαπούσες είμαι σίγουρο για αυτό. Εγώ σε αγαπούσα από την αρχή. Εξάλλου εσύ ήσουν η πηγή της ζωής μου. Εσύ μου έδινες ζωή. Και εσύ μου τη πήρες στο τέλος. Κρίμα. Να προσέχεις. Αυτό τίποτα άλλο. Τον εαυτό σου κυρίως. Και να πεις σε αυτούς που σε αγαπάνε να προσέχουν. Πότε δε ξέρεις πότε θα βρεθούν εξαπατημένοι και αυτοί όπως εγώ από την όμορφη εικόνα σου.
Αντίο μαμά. Να προσέχεις και να θυμάσαι σε αγαπώ.