Αναγνώστες

Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανεκπλήρωτο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανεκπλήρωτο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

"Ότι γεννιέται στη σιωπή πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο"


Είναι ο τρόπος με τον οποίο ξεκινάνε όλα ξαφνικά, αναπάντεχα. Ο τρόπος που το συναίσθημα γεννιέται και εξαπλώνεται μέσα σου, σαν χημικό συστατικό, που χρειάζεται επειγόντως το αίμα σου για να αποφύγει πιθανές δυσλειτουργίες.
  Η σιωπή θεριεύει και τα αισθήματα γίνονται πολλά, τόσα που πια δε λένε να βολευτούν μέσα σου. Ο χώρος περιορισμένος για εκείνα, ο χώρος περιορισμένος και για σένα.Σε ένα κορμί μια ψυχή τόσο βαριά, ζητά ελευθερία και όχι μόνο. Ζητά ελευθερία, οξυγόνο.
  Η ελευθερία όμως σταματά και εσύ ασφυκτιείς σε ένα σώμα, τόσο δα μικρό, μπροστά στο μέγεθος όλων εκείνων που έχουν την τάση να εξαπλώνονται σαν ιός κάτω από το δέρμα σου. Από εκείνους τους ιούς που δε θέλεις να αποχωριστείς με τίποτα, γιατί όσο και να σε αρρωσταίνουν σου προκαλούν και εκείνη τη μοναδική αίσθηση πως τελικά ζεις.
  Είναι η σιωπή εκρηκτική; Τα βλέμματα θανατηφόρα, που συνδυάζουν όλα τα περίπλοκα μαζί; Τι είναι άραγε αυτό που σου γεννάει επιθυμίες ζοφερές και κάνει τις αισθήσεις σου να παραμιλάνε, να θέλουν κι' άλλο, ακόμα λίγο, λίγο περισσότερο κάθε φορά από την προηγούμενη; Σε έλκει άραγε το απόρθητο που συναντάς να σε καλεί κάθε μέρα να το κυριεύσεις; Είναι ο αέρας που σου αποπνέει όλη την αβεβαιότητα και τη βεβαίωση μαζί; Που γίνεται θύελλα και ύστερα τυφώνας, παρασύροντας καθετί μέσα σου, στο μυαλό σου, στο κορμί σου, στις σκέψεις σου;  Η ανάγκη να ζήσεις εκείνο που ορίζεται σε ένα απαγορευμένο στάδιο πορείας, γιατί ως γνωστό τα απαγορευμένα εξίταραν, πολύ περισσότερο από εκείνα τα αποδεκτά από όλους; Μήπως όλα αυτά μαζί; Ή ένα από αυτά; Kάτι άλλο από αυτά ή κάτι παραπάνω από όλα αυτά;
  Ένα είναι το θέμα. Πώς ότι γεννιέται στη σιωπή μπορεί και να πεθάνει με τον ίδιο τρόπο.
   
Είναι μια κατάσταση άρνησης στην οποία υποβάλλεται ο ανθρώπινος οργανισμός.
Είναι το σημείο στο οποίο ο εσωτερικός σου κόσμος έχει πάθει κάποιου είδους υπερβιταμίνωση και δε μπορεί να λειτουργήσει.
  Οι αντοχές του μειώνονται. Η ενέργεια του χάνεται, τα αισθήματα με τις αισθήσεις παραίτησης και με εκείνες της πάλης συγκρούονται διαλύοντας τα σταθμά και τις βάσεις που είχαν οριοθετηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Γιατί άραγε πόσο μπορούν τα συναισθήματα να αυξάνονται όταν εκτός από την επιθυμία και την δυνατή αμοιβαία θέληση δεν υπάρχει φωνή αρκετή για να φτάσει ως εκεί που ακούει το ερέθισμα εκείνος, ο κάποιος άλλος; Φτάνουν μονάχα δύο ζευγάρια μάτια, δύο βλέμματα να δώσουν απαντήσεις σε όλα εκείνα τα αναπάντητα που δειλοί αφήνουν αναπάντητα;
   Ο ίδιος οργανισμός απωθεί ότι είχε τραβήξει μέσα του με τον καιρό. Ο έρωτας ξεφτίζει, η αγάπη φθείρεται και το υπέρογκο συναίσθημα από απαραίτητο γίνεται άχρηστο πια.
Γιατί στην αμοιβαιότητα κάποιοι, κάπου, κάποτε ξεχάσανε να ρισκάρουν στο όλα και από τα πάντα πήραν ένα τίποτα μεγάλο σαν τον εγωισμό τους. Οι φωνές του κόσμου κερδίζουν και η εσωτερική φωνή σου χάνει μια για πάντα. Γιατί αν χάσεις το δρόμο προς την ευτυχία, δύσκολα το ξανά βρίσκεις μετά.    Όλα χάνονται. Γιατί στο αμοιβαίο είναι αναγκαίο να πέσεις με τα μούτρα. Όποιος πρόλαβε, πρόλαβε. Και κάπως έτσι αρχίζεις να συνηθίζεις κάθε μέρα στο ακόμα πιο λίγο, στο ακόμα πιο τίποτα. Ότι σου ήταν αναγκαίο σταματά αυτόματα να είναι και εσύ ξεκινάς μια καθημερινότητα χωρίς τα απαραίτητα συστατικά, τις απαραίτητες βιταμίνες. Έρχεται το τέλος. Έτσι...
  
Ότι γεννήθηκε πεθαίνει και μετά το θάνατο έρχεται η σήψη. Όχι ενός κορμιού, όχι ενός ανθρώπου αλλά δύο ανθρώπων που φοβήθηκαν πολλά και κράτησαν για πάρτη τους μόνο τις σιωπές. Μα πόσο δύσκολο είναι ότι γεννιέται να μπορεί να αναπτυχθεί ταυτόχρονα σε συνθήκες υποτονικές και στυγνά αθόρυβες.
Πεθαίνει. Και θυμίζει πουλιά που πεθαίνουν στον αέρα χωρίς να μπορούν να παλέψουν για το πριν, χωρίς να μπορούν να διορθώσουν τίποτα από όλα εκείνα που έχασαν σαν παθητικοί θεατές. Τσακισμένα φτερά, τσακισμένες και οι ελπίδες τους. Ο τι πεθαίνει, πεθαίνει και δυστυχώς τίποτα δε φαντάζει ικανό να το αναστήσει, να του δώσει ζωή, χαμόγελο στα χείλη. Μένει μονάχα η αίσθηση της επιβίωσης η ανάγκη να μη τα παρατήσει, να παλέψει για το τίποτα με ενοχές και τύψεις στοιβαγμένες στο πιο βαθύ κομμάτι του εαυτού του.
   Ένα είναι το σίγουρο. Πώς ότι γεννιέται στη σιωπή θεριεύει και στο τέλος ανεκπλήρωτο μένει.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

"Αναμφίβολες Αγάπες"

Θα τις δεις να ανοίγουν δειλά τα παράθυρα σαν ξημερώσει. Θα τραβήξουν φοβισμένα τις κουρτίνες μήπως και μπει άπλετο το φως και καούν.
Αγάπες γυάλινες, εύθραυστες. Τόσο ευαίσθητες στο να ραγίσουν στη πρώτη σύγκρουση με το έδαφος.
Είναι εκείνες οι αγάπες οι αναμφίβολες που ψάχνουν να βρουν συνεχώς το νόημα μέσα από τις πράξεις, πίσω από τα λόγια. Εκείνες που νομίζουν ότι στέκουν στα πόδια τους ενώ με το πρώτο φύσημα του αέρα θα λυγίσουν. Σαν κλαράκια.
Και στη πρώτη τη φωτιά τι κάνουν; Καίγονται. Σαν τσιγαρόχαρτα. Και σου αφήνουν αυτήν την άσχημη μυρωδιά που έχει ένα χαρτάκι άδειο χωρίς καπνό. Γυμνό από ύλη, γυμνό από συναισθήματα, από αρώματα ψυχής.
Αγάπες που γεμίζουν και αδειάζουν ανασφάλεια. Που κρατάνε και αποβάλλουν φόβο. Και αυτό γιατί δε μπορούν να σταθούν γερά στα πόδια τους. Και αυτό γιατί κανείς δε τους έμαθε πως η αγάπη είναι αίσθημα αισιοδοξίας, δύναμης, αντοχής. Είναι η πίστωση πως σε κάθε αναποδιά εκείνη σαν επιβεβαίωση στην απώλεια μνήμης σου θα σου θυμίζει το πόσο αντέχεις.
Αυτές οι αγάπες είναι δυστυχώς...πώς να το πω...τρίζουν από παντού αβεβαιότητα, ανησυχία, ανασφάλεια. Γιατί κάνεις δε τους εξήγησε πως όταν αγαπάς γίνεσαι ο ίδιος θηρίο ανήμερο για να διαφυλάξεις το αντικείμενο αγάπης σου ακόμα και μέσα σε πεδίο γεμάτο νάρκες ασφαλές .
Από θεριά, μετατρέπονται σε ερπετά χάνοντας το βαθμό της θέσης τους. Το ψηλό αξίωμα τους. Γίνονται ερπετά και σέρνονται από αδυναμία και μόνο να δυναμώσουν.
Και πάνε σκυφτές. Και περπατούν κουτσαίνοντας. Γιατί τελικά είναι δύσκολο να σηκωθεί κάνεις από το χώμα όταν δεν του έχουν μάθει πως είναι να περπατάς όρθιος με σθένος και περηφάνια για ότι αγαπάς. Γιατί ίσως και κανείς να μην ένιωσε την ασφάλεια που σε κάνει να νιώθεις η αγάπη σαν πετάς στα ουράνια. Σαν περπατάς στα σύννεφα αγγίζοντας εκείνο το βαμβακερό άυλο λευκό μαξιλαράκι.
Θα πέσεις. Είναι σίγουρο. Το θέμα δεν είναι όμως το αν θα πέσεις, το αν πληγωθείς, αν ματώσεις τα γόνατα σου. Αλλά το αν θα σηκωθείς. Ή καλύτερα το αν έχεις μάθεις να σηκώνεσαι ύστερα από κάθε αναποδιά. Μετά από κάθε στραβοπάτημα. Κάθε φορά που οι αντοχές σου συντρίβονται με τις δυσχέρειες της γεμάτης σκαμπανεβάσματα ζωής σου.
Αφήνουν αγκαλιές άδειες αυτές οι αγάπες. Αφήνουν κενά σε θέσεις που θα έπρεπε να υπάρχουν άνθρωποι. Χέρια στο σημείο που τώρα έχουν επιβληθεί με αυταρέσκεια τρύπες, ξηλωμένες ραφές, μπορεί και μπαλώματα.
Μα σίγουρα κάτι χαλασμένο καταλαμβάνει το ρόλο κάποιου που θα έπρεπε να ήταν τέλεια πλασμένο, αυθεντικά ανθεκτικό χωρίς επιπρόσθετο υλικό.
Είναι τόσο δύσκολες οι αγάπες αυτές.
Πάντα κάποιος αποχωρεί και πάντα κάποιος μένει πίσω να κοιτάει με δυσπιστία το κενό. Όσο εκείνος ο άλλος παλεύει να σύρει τα βήματα του μακριά από εκεί. Κάτι επειδή φοβήθηκε, λίγο γιατί δεν ήταν σίγουρος. Και στο τέλος τι μένει άραγε;
Μένει εκείνη η ανεπαίσθητη φωτεινή ελπίδα πως θα επέλθει γυρισμός μετά τον αποχωρισμό; Ή σκοτάδι πυκνό και αδάμαστο που ύστερα από αυτό επέρχεται το απόλυτο τίποτα. Το επονομαζόμενο κενό. Η άβυσσος της ερήμου δύο ψυχών νεκρών.
Αυτές οι αγάπες οι αναμφίβολες. Που σε αλυσοδένουν στα συντρίμμια της ίδιας σου της καταστροφής. Εκείνες οι αγάπες κυλούν στο αίμα σου σαν κώνειο που σε καταστρέφει αργά και στο τέλος στεγνώνει τις φλέβες σου ζητώντας σου να ξεκινήσεις από την αρχή. Να κάνεις την αμφιβολία σιγουριά για να σταθείς στα δύο σου πόδια σταθερά και από την αρχή να φτιάξεις το αλφαβητάρι της αγάπης.